φαναράκι

формы словаβ
φαναράκι
το фонарик;
          ~ της τσέπης — карманный фонарик;
          τό χάρτινο ~ — китайский фонарик



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово фонарик? — φαναράκι
как с (ново)греческого переводится слово φαναράκι? — фонарик


ερεβώδηςεκειδάπριονόμυλοςκοκοστομαχώμπάμιασχολιόρεβιθάδαξομπλιάζωλιθογόμωσιςσκωροφάγωμαενοφθαλμισμόςλαιμαριάπεριποιητικότητατετραετήςακριβοτάγιστοςγράφωανισομεγέθηςξετσίπωτοςκάζοκορνιζοποιείοελαιουργείο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit