σπεκουλάρω

формы словаβ
σπεκουλάρω
(αόρ. (ε)σπεκουλάρισα ) спекулировать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово спекулировать? — σπεκουλάρω
как с (ново)греческого переводится слово σπεκουλάρω? — спекулировать


σανιδοειδήςστραβοπατάωδακτυλοσκοπίααύλειοςμάλωμακαθιζάνωυπερκορεσμόςεμπυρευμάτισησωματομετρίαβουδούρηςκαλοτάξιδοςκαπνεργοστάσιοαπόταξηκλαδωτόςπαραταξιακάδιασωστικόςαντισημιτισμόςεντεροκολίτιδαπροσάρμοσηαμάντρωτοςδιζωνικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit