ανδρούμαι

формы словаβ
ανδρούμαι
(αόρ. ηνδρώθην) мужать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово мужать? — ανδρούμαι
как с (ново)греческого переводится слово ανδρούμαι? — мужать


χαριτώνωμελλοντολογικόςαντικρατικόςβατραχίναδισθενήςκόντυμακυβερνητικήπνιγμονήαπαλλαγήαπιθώνωκλίματριγυρισμένοςσυναυξάνωβιασύνηξιδάτοςαργυρόπαγοςνήστιςαπαρτίζομαιηχογραφώδιπλοψήφισμαεξαρθρώνομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit