αξιόμαχ|ος

формы словаβ
αξιόμαχ|ος
боеспособный;
          τό ~ον τού στρατού — боеспособность армии



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово боеспособный? — αξιόμαχος
как с (ново)греческого переводится слово αξιόμαχος? — боеспособный


υμνολογώαπορρίψιμοςεπικήδειοςβατεύωμαστούρηςχωνευτόνανακεφαλαιωτικόςπαραχείμασηασίγητοςταλάντευσηβεροναλισμόςκοντσέρτοβεργολυγερήκολλοειδήςλαγάρισμαπροσευχητήριοχαραμοφάγαπροσωποποιώαρτοπαρασκευαστήςπρωτόβολτοςζυγό




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit