επήγα

формы словаβ
επήγα
αόρ. от πηγαίνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово επήγα? —


αρχιδούκισσαβαμβακόσποροςελκυσμόςευτυχισμένοςαδικοθάνατοςβασικόαλατοποιώσβεννύωαποσοβώφεγγαροφώτιστοςδωροληπτώτσιπουρομεζέςμηκηθμόςπροκλινήςκαλοτρώωεπικονιάζωσκορδιαλόςτόλμημαδεματάκιρέπορτεραυλοθεράπων




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit