επισκευασμένος

формы словаβ
επισκευασμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово επισκευασμένος? —


εξαναγκάζωνέθωμπερδεμόςαμφίχειραςπεντηκοντούτιςφρίζαιθύφαλλοςχτικιόμουτσουνάραανάλαμψηΟυρανόςκανναβόσκοινοολίγοςεπικρέμασητσάκωαγκαθένιοςγαλανόλευκοςψιχίονεκτόμησησερπαντίνααστερόφωτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit