προληπτικά

формы словаβ
προληπτικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово προληπτικά? —


τακταποσκάπτωπλαστάριετεροτοπίαδιφορούμαιεμπυρεύςέλεγξιςάψεκεντημένοςκρυφοκοιτάζωκοταμεσήμεροληξιαρχείοορνιθολογίαβάδισηρινόμακτροαπερίφρακτοςγαστροεντεροστομίαλεβέσεβαστόςεπιπέδωσηχωριουδάκι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit