ορμεμφύτως

формы словаβ
ορμεμφύτως



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ορμεμφύτως? —


λιθόκονηαδιαγούμιστοςξύωύπερ-γαλίφικοηλιαστήριοριζωματικόςβυσματώνωμαρξισμόςδιδασκαλίατράχηλοςφαλαγγίτηςσυγκλίνωνπασάρισμαβοήθειονομισματοδέκτηςδικηγορίατσιμέντομονοθάλαμοςκεκηρυγμένοςλογάδην




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit