ναυτίση

формы словаβ
ναυτίση
η 1) морская болезнь;



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово морская болезнь? — ναυτίση
как с (ново)греческого переводится слово ναυτίση? — морская болезнь


εξιλεωτικόςξεφτίλαςλιθοθροπτικόςαπόρριμμαγιαταγάνιαπαρεμπόδιστοςσυνδιάγωπονηρόείκασμαακινητοποίησησκορβουτικόςδυσκατάληπτοςκακοκαμωμένοςποιούμαιαυτοκατευθυνόμενοςαλληλένδετοτιμαριωτικόςαποζημιώνομαιενωρίτερονχείρωναναταραχή




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit