αγιαστής

формы словаβ
αγιαστής



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αγιαστής? —


μύγαεξακριβώνωπαράσημοποτηριάατμοσίδεροαλητόπαιδοαθλούμαιαμαξοτροχόςκακονυχτάωταυτολογικόςξιφοποιόςορθοπεδιστήςχαράκτηρίζωθράκιοςδερμίτιςσχηματίζωάστεγοςμεταςουργείοδίσεκτοςπεριεκτικόςματάκιας




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit