συμφιλιωτικώς

формы словаβ
συμφιλιωτικώς



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συμφιλιωτικώς? —


προπληρωτέοςπεριτομήκαστανιέταυποκλοπήμύρωμαπολυμερήςεορτάζωνβόειοςπεντάγλωσσοςανακλίνομαιαναλακτίζωσκανδαλώδηςμυριστικόςσάκχαρηπερικείμενοςχιονολισθητήραςΑικατερίνμπουργκιδιότηταπροσήκονφοροδιαφυγήκενοδοξία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit