αλτρουίστρια

формы словаβ
αλτρουίστρια



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αλτρουίστρια? —


προπηλακιστικόςβραχάκισυνεζευγμένοςελογενήςκοπτήριοπέρκωμασχολικόςβαγαπόντικοσπάνηραχούλαακατάτακτοςαδιαφέντευτοςπροθήκηπρώϊμοςφωτέϊγμεσημβρινοανατολικόςανεμοδόχοςελασσονεξοντώνωθειαφήςσορβιά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit