αυταδέλφη

формы словаβ
αυταδέλφη
η родная сестра



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово родная сестра? — αυταδέλφη
как с (ново)греческого переводится слово αυταδέλφη? — родная сестра


επαύξησηΕλλάδασηματοφόροςτωόντιατζαμίδισσαθαλασσομαχίαπενηντάχρονηευαπόδεικτοςγνωρίζομαιλαγουμιτζήςσεισμογραφίατρελαίνομαιθαλασσοδαρμένοςθερμοδόχηασυσκεύαστοςτριηραρχέωσημαδεύτραδιπλάλμπουροςναρκοθετώπικετοφορώθωρακοπλαστική




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit