υπερέβην

формы словаβ
υπερέβην
αόρ. от υπερβαίνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово υπερέβην? —


αλεξιπτωτίστριαμετερίζισειρήτιαντιθρησκευτικόςβραδυπόροςζαμπάκιστερεότυποςσανιδάδικοαπαρεξήγητοςμάστοραςχασάπικοπροανακριτικόςακριβολόγημααροτήραςμελετηρόςνεοελληνιστίαλάκεροςγνωμοδότησησταυροθολοκτισμένοςάκλωνοςμπαγάζια
переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit