αριθμητικώς

формы словаβ
αριθμητικώς
численно;
          ~ υπερέχω — превосходить числом, численно



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово численно? — αριθμητικώς
как с (ново)греческого переводится слово αριθμητικώς? — численно


παραμόνεμααποστροφήπάνπολυπραγμονώσταθμοδείκτηςαλιμάριστοςαπάλυνσηενδεκαπλούςείδοςποικίλλωαρχαιολόγοςαπορροφώπαρεννοώμουνότριχαχασκάζωεφσλτήριονεδυνήθηηνσυνδυαστικόςμισοτιμήςστηθοχτυπιούμαιδιάπλεγμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit