σύγκαψα

формы словаβ
σύγκαψα
αόρ. от συγκαίω (сжигать вместе)



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σύγκαψα? —


μπαρκάρισμαμισολησμονημένοςκυπαρισσάκιαποπληξίααιθιοπικόςπαιδεμόςκορώνωλογιωτατισμόςπρόκριτοςευόδωσησπάταλοςθαλπωρήπολυφορτώνωπεισματάρικοςαπάδωνδυσπνοϊκόςαστεράτοςκοινόςευαπόκτητοςαποσαρώνωκρυφο-




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit