διμηνίτικ|ος

формы словаβ
διμηνίτικ|ος
двухмесячный (о ребёнке)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово двухмесячный? — διμηνίτικος
как с (ново)греческого переводится слово διμηνίτικος? — двухмесячный


υποκειμενικόςεννέααποκομμένοςκλοτσάωραχατιλίκιορνιθοκομείοεκατοστάρακυνικόςανυψωτήραςλαξυποβιταμίνωσηρημαδιόμυδράλιοαζύγιαχτοςαποικοδομώστίβοςσιδεροδέσμιοςμαριονέτταπυτίνημαλλούσαεπιγενής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit