μεθεπόμενος

формы словаβ
μεθεπόμενος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μεθεπόμενος? —


παντρεύωσυμβουλευτικόςοικογενειακώςτσίπουροενδεκαπλασιάζωμισογενωμένοςσποράκιμονοσυλλαβικόςόνειοςεπικρίνομαιμηχανοποιώακοήαναλογειονλαρδώνωκαταβόλευμαξέχασμααντίχειρυαλοποίησηαφίχθηναυτοκινητίστριαπρόναυλος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit