περιθωριοποιούμαι

формы словаβ
περιθωριοποιούμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово περιθωριοποιούμαι? —


επενδύτηςβιβλιοθήκημακελλεύομαικοριτσάκιαμμοειδήςέλατοδελφινοκόριτσοστάνηκαψυλλίωσηχρυσοφόροςαιγιάλειοςκιβωτιοποιόςπροωστήριοςαπροικοςπαγίςμηλοχυμόςενδεκαετίααλχημείαλιθοχαράκτηςπατρωναλισμόςνέμεση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit