κοριτσόπουλο

формы словаβ
κοριτσόπουλο
το девушка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово девушка? — κοριτσόπουλο
как с (ново)греческого переводится слово κοριτσόπουλο? — девушка


μεσιτεύωξινίζωαθεμελίωτοςγεροκολασμένοςδεμάτωσηγαιανθρακωρυχείογελοιογραφώπεργαμόντοαδιβόλητοςχρυσόψαροκακογράφωμέλαιναΜαυρομμάτηςαμόλευτοςμονολιθικάτριχοφυΐαπνεύμωντροχαίοςφιξάρισμαμπούζιεπιβαρυντικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit