αγιοταφίτικ|ος

формы словаβ
αγιοταφίτικ|ος
иерусалимский



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово иерусалимский? — αγιοταφίτικος
как с (ново)греческого переводится слово αγιοταφίτικος? — иерусалимский


εμφύτευσηραφτάδικοπρογραμματικάαντίλαμπραναυτιώδηςπετάγομαιπεριστασιακάκαλαμιάθερμαντήραςαβάφτιγοςθήλειαενήλικαςασβέστιοςηδονόχαροςεκκλησιάεκτυπονανεπάντεχοςεγκεφαλικόςαμακατζήςπολιορκίααπροδιάθετος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit