μελοχροινή

формы словаβ
μελοχροινή
η брюнетка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово брюнетка? — μελοχροινή
как с (ново)греческого переводится слово μελοχροινή? — брюнетка


παθητικόριπαίοςγελάωιχθυόκολλαστάνταρπαροργισμόςθεόμουρλοςαλγεινότηςγρουσούζηςεκγλυπτικόςτελεσίδικαακρισίαπεισματικόςπαλιατζήςχωριάτικοςαλωπεκοειδήχρησμοδοσίααφομοιωτικότηταεκφύλλισμόςεκριζωηκόςενεστωτικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit