χιονοδρομικός

формы словаβ
χιονοδρομικός
лыжный;
          ~ή ράβδος — лыжная палка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово лыжный? — χιονοδρομικός
как с (ново)греческого переводится слово χιονοδρομικός? — лыжный


κοινοβιακόςεπιπεφυκίτιδαμανομετρικόςγοβίτσαβρομογούρουνοαρχοντογυναίκαβεδούραεγχέλιονμονοκέρατοςανταρτοπολεμικόςεξελικτικόςπιτζαμάκιαποσόβησηστοίχοςδοκόςχυτήρψιαθοπλόκοςκουλάκοςκαταλύτραχωρίστραγλωσσοδέρνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit