αφίπταμαι

формы словаβ
αφίπταμαι
(αόρ. απέπτην) улетать;

===
          πάσα ελπίς απέπτη — потеряна всякая надежда



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово улетать? — αφίπταμαι
как с (ново)греческого переводится слово αφίπταμαι? — улетать


μπανιστήςοσοσδήποτεαμερικάνικοςσιαγόναπόλεμοςμεταξοβιομήχανοςαμαξόδρομοςμακιγιέρένθεοςκαζάκααμάλωτοςνηολόγιοξεμαλλιάρηςακοομετρικόςωοσκοπίαγλειφτοπινάκαςπεριηγούμαισυγκυριαρχίαοφιοειδήμαρίδαφανταιζί




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit