κολλεκτιβιστικός

формы словаβ
κολλεκτιβιστικός
коллективный;
          ~ό νοικοκυριό — коллективное хозяйство



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово коллективный? — κολλεκτιβιστικός
как с (ново)греческого переводится слово κολλεκτιβιστικός? — коллективный


αποχαρβάλωμααξεδίψαστααπαλλακτικόςανάμικτοςτιμονάκιδαχτυλομπογιάαρχοθήραςαντηχώαντεπαναστάτηςπιτζαμούλαματοκυλισμένοςμετανάστηςαισχυντηλάκληροδότειραμπασιάκλαίομαιποσολογίαψυχοκτόνοςδημοτικάαποκαθάρισμααβολεψιά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit