τεκτονισμός

формы словаβ
τεκτονισμός
ο масонство



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово масонство? — τεκτονισμός
как с (ново)греческого переводится слово τεκτονισμός? — масонство


καπούλιακαταπολέμησησχολιάζωταντέλλαερασιτεχνισμόςανακρέμασηιταλομάθειαμυαλγίαλιγόμυαλοςνταβατζιλίκιπιεστόναγανοπλέκωαυτοπροαίρετοςαφεντεύωάρρωστοςαυτοσχέδιαωτοσκλήρυνσηπεριδινήςνεραϊδόπαρμααλληλοαποκλειόμενοςανάμελος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit