συνδρομήτρια

формы словаβ
συνδρομήτρια



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συνδρομήτρια? —


σκέπαρνοναντιμιλώδεκατιανόςτουρκόπουλοδιαμαστιγώβλαστογένεσιςφιλότιμοςυπερσιβηρικόςπροάλλεςοριζοντιότηταμελανείμωνπορτοκαλήςκονδυλοφόροςαρχετυπικάγερακομύτηςσουραύλιασκόνιστοςαχυρόσκεποςοξειδώνομαιεύηχοςγριπίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit