εκβάθυνση

формы словаβ
εκβάθυνση
η углубление;
          ~ τού λιμένα — углубление дна (гавани)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово углубление? — εκβάθυνση
как с (ново)греческого переводится слово εκβάθυνση? — углубление


συλλαβογραφίατριάρμπουροςσύστροφήσαλιγκαράκιβλίτοαποβαίνωαποξηραντήριοτσαμπουνάωδιακορήςκαλαφατιστήριτσιμπλιάρηςαυτάρκηςσυζήτημαπτερώνομαιγλειφιτσούριέναρξημετατροπίαανάκλημαδίπορτοςπολυθεϊκόςκαμουτσικιά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit