πρωτοετ|ής

формы словаβ
πρωτοετ|ής
:
          πρωτοετής (φοιτητής) — первокурсник



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πρωτοετής? —


έλκυσηΒλάχικαόβολαεξάχρονοςξεκαθαρίζομαιερυθρόςμακαριάκομμένοςσυγκεκριμέναβουτυρίνηοφθαλμόςεπίσημονδεκατέσσαρεςκαθώςλάβαροευνομίαμιλλι-αμπέρχιώνχωροφύλακαςαπονοικοκεράβανίλλια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit