ολπίζω

формы словаβ
ολπίζω
надеяться



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово надеяться? — ολπίζω
как с (ново)греческого переводится слово ολπίζω? — надеяться


τορευτικήρυμουλκούμενοςυφαντουργείοακακοποίητοςτενεκέςψυχογενήςέμεσηιμπεριαλιστικόςγυναικάραυπεργόμωσηαπόκειμαιαναπηνίστριααντιμέτρησηλεμονοπορτόκαλοισοθερμικόςπαραδόπιστοςήγγειλαανθρακοκάμινοςστυλιζαρισμένοςκουπαστήσκοπιωρός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit