πετρόψαρο

формы словаβ
πετρόψαρο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πετρόψαρο? —


λιτοδίαιτοςκαύμαμαθησιακόςαδενίτιδαμορφογένεσημαρμάρωμακαταρίθμησηπαρήλιοςγυναιτίκιυλιστήςμπλεξιάαπροσάρμοστοςαλεπουράβιβλιόφιλοςξεροτηγανίζομαιεκθειοστικόςπαιδίσκηκαφετέριαιστιοφορώαμωλώπιστοςαγροικία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit