απολογήτρια

формы словаβ
απολογήτρια
η 1) защитница;
2) апологет



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово защитница? — απολογήτρια
как на (ново)греческом будет слово апологет? — απολογήτρια
как с (ново)греческого переводится слово απολογήτρια? — защитница, апологет


χοντρομπακάληςκακοβαλμένοςανακαλύπτωστράτευσηχεννάαπομαθαίνωαποσάφησηδιεθνιστικόςκανάτισυρισμόςλαθραίακολλεκτιβοποίησηανυπακοήαμβλύτηςμαζωχτάβλαστοφόροςδόνημααγιούτοαντρογυναίκαγυρίζωεξεταστής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit