διατηρησιμότητα

формы словаβ
διατηρησιμότητα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διατηρησιμότητα? —


άπυκνοςανανεώνωβουρλιάζωαναβρύωαλίπαστοςαυτοεγκωμιοσμόςαστατικόςαρνιακόχρεμέτισμααγόμωτοςγαργάλημαξεχωρίζωπεριαυτολογώτυρφώδηςνεραϊδόπαρμαεπικρουστικόςυδρόσφαιρακαφεΐνηκακοπαίρνωδισχίλιοισκληραγωγώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit