δακτυλόγραμμα

формы словаβ
δακτυλόγραμμα
το отпечаток пальца



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово отпечаток пальца? — δακτυλόγραμμα
как с (ново)греческого переводится слово δακτυλόγραμμα? — отпечаток пальца


αρχαιοπώλιςασκολσούνψιλοκάμωτοςαποθαυμάζωατελέσφοροςτελεολογικόςεθνάρχηςσκηνοποιόςεξευτελισμένοςεμποροπάζαρομυζήθραμονοκότυλοςκατακουράζωαγαναχτίζωζωογεωγραφικόςχαλκολαμπρίτηςκισσοσκεπήςκαρβουνάδικοπροφυλακτικόευπρόσβλητοςμεγαλέμπορος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit