ακόρδο

формы словаβ
ακόρδο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ακόρδο? —


κοκπροσωρινότηταξεσαμάρωτοςαντίπαλοςαστερώνομαιχάράγραμματιστήςεπιστητόνκοκοτυχάωφεσοφόροςαντιλαϊκόςμουτζιάαπροετοίμαστοςαποξενώνομαιμακρότητααραβίδαδιαθρύλησηΡώσααναρχοσοσιαλιστήςμακρόχρονοςακοή




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit