ενσύρματος

формы словаβ
ενσύρματος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ενσύρματος? —


ξενητευμόςεσσάνςαλατοποιόςδιαταράζωτηλεφωνώκουρτάλημαφιλοτελιστήςανωφελήςεκσπερματισμόςπονόλαιμοςαντίδιρεφορμιστήςκοπρισιάχωρίονσόγιαστόλαρχοςκαφεΐνηεντοίχισηνότοςσαξόνιοςξεγοφιάρης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit