μικροπράγμα

формы словаβ
μικροπράγμα
το (чаще мн.ч.) мелочь, пустяк



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово мелочь? — μικροπράγμα
как на (ново)греческом будет слово пустяк? — μικροπράγμα
как с (ново)греческого переводится слово μικροπράγμα? — мелочь, пустяк


παρντόναντισημίτιςχόρτασμακατσαπρόκοςκασιδούαποτσιπωσιάπαρατηρούμαιπαραβράζωαδιαμφισβήτητοςδικαιοπραγίαμεταξοκλωστικόςτσούπραμεταγραμματισμόςακυριολεξίαπροκαταλαμβάνωπλέριοςβρεφοκομωεποπτικόςκατασταλαγμένοςαρταίνωαποβάφω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit