δαμάλει|ος

формы словаβ
δαμάλει|ος
коровий;

===
          ~ ύλη — вакцина



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово коровий? — δαμάλειος
как с (ново)греческого переводится слово δαμάλειος? — коровий


γκρεμοτόπισφήνωσηανεχίτωμαπαραβάνκαταρτισμόςαπερίστροφοςγριππιώγαιανθρακορύκτηςμπουνιάαλληλοκατηγορούμαικουτσομπολίστικοςπυελικόςπαρερμηνείααγέλαστααγρόςαπαρνητήςπρωτομαθαίνωυδραργυρούχοςπαλιάλογορίψηφυτοφαγικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit