εμπορευματολογία

формы словаβ
εμπορευματολογία
η товароведение



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово товароведение? — εμπορευματολογία
как с (ново)греческого переводится слово εμπορευματολογία? — товароведение


ακιγκλίδωτοςικετεύωμπιζελόσουπακονσουμασιονίσταοργανικισμόςδιάνααναβίβασηφαγαρρώστειαλευτερώνομαισουφλέβούϊσμααπαγορεύσιμοςξαγναντεύονταςδεκαμερίαδιεκπερσίοισηγανωτζήςκωπηλασίατόξονιτρογλυκερίνηυπερβορειοδυτικόςλεβεντογενιά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit