αποκαταστάσιμ|ος

формы словаβ
αποκαταστάσιμ|ος
восстановимый



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово восстановимый? — αποκαταστάσιμος
как с (ново)греческого переводится слово αποκαταστάσιμος? — восстановимый


προπλάθωαλληλοαποκλειόμενοςσατραπισμόςεπάργυροςυαλόφρακτοςαρτόδεντροτέμνωαδιακόσμητοςαναδίκασηενθρονίζομαιστρουθίονγαλήνιοςακόνιστοςφρεσκομπογιατισμένοςαλουλούδιαστοςφωτοτυπίαξαναμασώκαταφυτεμένοςπατσάοδοντωτόςπροσωπικότητα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit