στεγνωτήρας

формы словаβ
στεγνωτήρας
сушилка (приспособление и аппарат)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово сушилка? — στεγνωτήρας
как с (ново)греческого переводится слово στεγνωτήρας? — сушилка


βαλεριάναβαρόμετροκολποσκόπησηκουβαλιέμαισυνεργαζόμενοςΜεγαλοβδόμαδοποσοστόταρσικόςεπισμηνίαςπαστερίωσησιγματισμόςυποδύτηςσεμπρικόςδιευκρινίζωβαριαναστενάζωμεσαπηλιώτηςγαλβανίζομαιυποδηματοβιομήχανοςσκελετωμένοςαπαράδεκτοκαμίνια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit