μπαμπάκιασμα

формы словаβ
μπαμπάκιασμα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μπαμπάκιασμα? —


ίλιγγοςασταχυολόγητοςανυπολόγιστοςπριμάτοςνηπιόθεναδρασκελάωκαναδικόςαιγίδαωριοφούντωτοςμεγαλομάτηςσταθμιστήςνοτιοδυτικάκυπρίνιλυκοπερσικόνυπαναχωρώευμάλακτοςψηλόςαραχναίοςξύστρααφοσιώνομαισιδηροβιομήχανος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit