ασφαλτώνω

формы словаβ
ασφαλτώνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ασφαλτώνω? —


συνοδείααντιμιλιταρισμόςδιαμετακομίζωαεροσυμπιεστήςστερέωμααρχιτεκτονίαπλατύτηταχορτάρισύμπανανασπαστήραςπελιδνόςαγρομίσθωσηβαρίτηςμαλαϊκήπλατυκέφαλοςπρόστιμοκλιματογραφίαγολέτταιπποδρομικόςπαρατρέχωαπαιτητός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit