διαμαρτυρόμεν|ος

формы словаβ
διαμαρτυρόμεν|ος
1. протестантский;

2. (о) протестант



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово протестантский? — διαμαρτυρόμενος
как на (ново)греческом будет слово протестант? — διαμαρτυρόμενος
как с (ново)греческого переводится слово διαμαρτυρόμενος? — протестантский, протестант


αυθαιρεσίαπέτσωμακατάχτησησπέρμααδελφικοασπάζομαιπλαστουργόςμοργάρωτριάρααερογέφυραυδρολύσιμοςκαβούκιμουστόπιταπρωταπριλιάτικοςρουφηξιάεξονυχιστικόςχάρακαςυπολογιστικόςζαχαροποιίακαμάκισμαπαπλωματάδικοαλλαξοθωριάζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit