πετρελαιοκίνητ|ος

формы словаβ
πετρελαιοκίνητ|ος
дизельный;
          ~ο πλοίο — дизель-электроход



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово дизельный? — πετρελαιοκίνητος
как с (ново)греческого переводится слово πετρελαιοκίνητος? — дизельный


λιθολογίαμπανιστηρτζήςστρέφομαιμυθολογώουχίνυχτολούλουδοαγγλίζωχορταριασμόςυποσκελισμόςκελαϊδιστήςπρακτικόλαιμικόςρεπανάκιαράδωτοςαλμοδοχείοβρυοφόροςκνικάτοςξιπασιάρηςφρόνιμαπρωτομαγείρισσαπαίχτης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit