ομόγραφ|ος

формы словаβ
ομόγραφ|ος
:
          ομόγραφος λέξις — грам. омограф



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ομόγραφος? —


γιγαντεύομαιπανελλήνιοαγιαστούρααζάλωτοςσυμβιβαστικότηταγλυκίυαλοτεχνικόςαντιμάχομαιουρανόςφάλαγγατσάμπουροσιγουράρωσυγκαταριθμώυγρομετρικόςδεκαεφτάχρονοςσουραύλιγαλακτοκομικόςβερέμηςαναξαίνωκλώθωαστροφυσική




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit