ασχημόπαπο

формы словаβ
ασχημόπαπο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ασχημόπαπο? —


αυλήετοιμοθάνατοςοίκισηπροσβεβλημένοςξηρόςκόασμακουρτέλοαλαφρόςχαριστικόςαντίρρησιςκατακλείδιρεβανσίσταςμετριασμόςυποστολήχαριστήςηλικιούμαιοξυγονώελαιογόνοςΚαρολίνακληρούχοςμεγαλοπραγμοσύνη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit