σιτοκαλλιέργεια

формы словаβ
σιτοκαλλιέργεια



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σιτοκαλλιέργεια? —


συνεπαρχιώτηςδυσίατοςαυτοχρωμίακαρφίθυμώδηςυδροχρωματισμόςλύδιοςτριμμένοςβαμβακοφυτείασκυλόψυχοςεικώνθέσπισμααποκοψίδιχωριατοφάσουλογηραλέοςγεραίρωτραυλόςαναρχικότηταδιαγλυφήδιαφορικόκαθυποτάσσω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit