δυσλεκτικός

формы словаβ
δυσλεκτικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δυσλεκτικός? —


αρχιδουκικόςπαρθένακαρβουνιάζωανδρίζομαιλαίμαργαποιώμαγειρικόςδιεκφεύγωανασκαλίζωλεμφοκοκκιωμάτωσηδανειολήπτηςπαραποιημένοςαμετάγνωστοςάϊντεγουρλίζωστόρησηαυγουστιανόςγουστόζοςακαρτερώρουκετοπόλεμοςαναλαβαίνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit