γιαπωνέζικ|ος

формы словаβ
γιαπωνέζικ|ος
1. японский;

2. (ή) японский язык



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово японский? — γιαπωνέζικος
как на (ново)греческом будет слово японский язык? — γιαπωνέζικος
как с (ново)греческого переводится слово γιαπωνέζικος? — японский, японский язык


αστίλβωτοςψυχοδιανοητικόςκουφοβοσκάωκορδακισμόςκαταγκρεμίζωπλήρηςπρωτομαγειρεύωπαρέκτασηεπέστηνφραμένοςκατσικήσιοςδιαπίστευσηβαθυγάλανοςγαργαλομαισυγκαταλέγωπολύπουςισοχρονισμόςμαλαϊκάκορυφώνωπλαγιοφύλακαςδιττανθρακικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit